Ephéméride éclectique d'une librocubiculariste glossophile et mélomane.
22 Février 2026
L'étymologie du mot « poésie » est déjà une interprétation du fait poétique : poiêsis pour les Grecs signifie « création », du verbe poiein (« faire », « créer »). Le poète, qui s'est appelé d'abord l'« aède », le chanteur, est considéré comme le créateur, l'artiste par excellence, car il invente en même temps le langage, avec ses figures et son rythme, et l'objet du langage, que doit conserver l'architecture du poème.
Ce matin, je vous propose un poème de Kostis Palamas, « Le Satyre ou la chanson nue »,
Ὅλα γυμνὰ τριγύρω μας,
ὅλα γυμνὰ ἐδῶ πέρα,
κάμποι, βουνά, ἀκροούρανα,
ἀκράταγ’ εἶν’ ἡ μέρα.
Διάφαν’ ἡ πλάση, ὀλάνοιχτα
τὰ ὁλόβαθα παλάτια·
τὸ φῶς χορτάστε, μάτια,
κιθάρες, τὸ ῥυθμό.
Ἐδῶ εἶν’ ἀριά κι ἀταίριαστα
λεκκιάσματα τὰ δέντρα,
κρασὶ εἶν’ ὁ κόσμος ἄκρατο,
ἐδῶ εἶν’ ἡ γύμνια ἀφέντρα.
Ἐδῶ εἶν’ ὁ ἴσκιος ὄνειρο,
ἐδῶ χαράζει ἀκόμα
στῆς νύχτας τ’ ἀχνὸ στόμα
χαμόγελο ξανθό.
Ἐδῶ τὰ πάντα ξέστηθα
κι ἀδιάντροπα λυσσᾶνε·
ἀστέρι εἶν’ ὁ ξερόβραχος,
καὶ τὸ κορμὶ φωτιὰ ’ναι.
Ῥουμπίνια ἐδῶ, μαλάματα,
μαργαριτάρια, ἀσήμια,
μοιράζει ἡ θεία σου γύμνια,
τρισεύγενη Ἀττική!
Ἐδῶ ὁ λεβέντης μάγεμα,
ἡ σάρκα ἀποθεώθη,
οἱ παρθενιές, Ἀρτέμιδες,
Ἑρμῆδες εἶν’ οἱ πόθοι.
Ἐδῶ κάθε ὥρα ὁλόγυμνη,
θάμα στὰ ὑγρόζωα κήτη,
πετιέται κι ἡ Ἀφροδίτη
καὶ χύνεται παντοῦ.
— Παράτησε τὸ φόρεμα,
καὶ μὲ τὴ γύμνια ντύσου,
Ψυχή, τῆς γύμνιας ἱέρεισσα,
ναὸς εἶν’ τὸ κορμί σου.
Μαγνήτεψε τὰ χέρια μου,
τῆς σάρκας κεχριμπάρι,
τ’ ὀλύμπιο τὸ νεχτάρι
τῆς γύμνιας δὸς νὰ πιῶ.
Σκίσε τὸν πέπλο, πέταξε
τὸν ἄμοιαστο χιτῶνα
καὶ μὲ τὴ φύση ταίριασε
τὴν πλαστική σου εἰκόνα.
Λῦσε τὴ ζώνη, σταύρωσε
τὰ χέρια στὴν καρδιά σου·
πορφύρα τὰ μαλλιά σου,
μακρόσυρτη στολή.
Καὶ γίνε ἀτάραχο ἄγαλμα,
καὶ τὸ κορμί σου ἂς πάρῃ
τῆς τέχνης τὴν ἐντέλεια
ποὺ λάμπῃ στὸ λιθάρι·
καὶ παίξε καὶ παράστησε
μὲ τῆς ἰδέας τὴ γύμνια
τὰ λυγερά τ’ ἀγρίμια,
τὰ φίδια, τὰ πουλιά.
Καὶ παίξε καὶ παράστησε
τὰ ἡδονικά, τὰ ὡραῖα,
λαγάρισε τὴ γύμνια σου
καὶ κάμε τὴν ἰδέα.
Τὰ στρογγυλά, τὰ ὁλόϊσα,
χνούδια, γραμμές, καμπύλες,
ὦ θεῖες ἀνατριχίλες,
χορεύετε ἕνα χορό.
Μέτωπο, μάτια, κύματα
μαλλιά, γλουτοί, λαγόνες,
κρυφὰ λαγκάδια, τοῦ Ἔρωτα
ῥόδα, μυρτιές, κρυψῶνες,
πόδια ποὺ ἀλυσοδένετε,
βρύσες τοῦ χάϊδιου, ὦ χέρια,
τοῦ πόθου περιστέρια,
γεράκια τοῦ χαμοῦ!
Καὶ ὁλόκαρδα, κι ἀμπόδιστα
λογάκια, ὦ στόμα, ὦ στόμα,
σὰν τὸ κερί τῆς μέλισσας,
σὰν τοῦ ῥοδιοῦ τὸ χρῶμα.
Τὰ κρίνα τ’ ἀλαβάστρινα,
τοῦ Ἀπρίλη θυμιατήρια,
ζηλεύουν τὰ ποτήρια
τοῦ κόρφου σου.— Ὦ! νὰ πιῶ,
Νὰ πιῶ στὰ ῥοδοχάραγα,
στὰ ὀρθά, στὰ σμαλτωμένα,
τὸ γάλα ποὺ ὀνειρεύτηκα
τῆς εὐτυχίας· ἐσένα.
Ἐγώ εἶμαι ἱεροφάντης σου,
βωμοὶ τὰ γόνατά σου,
στὴν πύρινη ἀγκαλιά σου
θεοὶ θαματουργοῦν.
Μακριὰ μας ὅσα ἀταίριαστα,
ντυμένα καὶ κρυμμένα,
τὰ μισερά καὶ τ’ ἄσκημα
καὶ ἀκάθαρτα καὶ ξένα.
Ὀρθὰ ὅλα· ξέσκεπα, ἄδολα,
γῆ, αἰθέρες, κορμιά, στήθια.
Γύμνια εἶν’ καὶ ἡ ἀλήθεια,
καὶ γύμνια κ’ ἡ ὀμορφιά.
— Στὴ γύμνια τὴν ἡλιόκαλη
τῆς ἀθηναίας ἡμέρας
κι ἀνίσως καὶ φαντάξῃ σου
κάτι ἄντυτο σὰν τέρας,
κάτι σὰ δέντρο ἀφύλλιαστο
καὶ δίχως ἴσκιου χάρη,
ἀδούλευτο λιθάρι,
ξεραγκιανὸ κορμί,
κάτι γυμνὸ καὶ ξέσκεπο
στὰ ὀλανοιγμένα πλάτια,
ποὺ ζωντανὸ θὰ τὸ ’δειχναν
μόνο δυὸ φλόγες μάτια,
κάτι ποὺ ἀπὸ τοὺς Σατύρους
κρατιέται, καὶ εἶν’ ἀγρίμι,
καὶ εἶν’ ἡ φωνὴ του ἀσήμι,—
μὴ φύγῃς· εἶμ’ ἐγώ,
Ὁ Σάτυρος. Καὶ ῥίζωσα
σὰν τὴν ἐλιὰ ἐδῶ πέρα,
λιγώνω τοὺς ἀγέρηδες
μὲ τὴ βαθιὰ φλογέρα.
Καὶ παίζω καὶ παντρεύονται,
λατρεύονται, λατρεύουν,
καὶ παίζω καὶ χορεύουν
ἄνθρωποι, ζᾶ, στοιχειά.
Από τη συλλογή του Κωστή Παλαμά «Η Πολιτεία και η Μοναξιά» (1912), Άπαντα, τόμ. 4ος, σελ. 131-135
Ci-dessous, les trois dernières strophes, traduites en français, et lues par Jean-Luc Moreau
Le satyre ou la chanson nue
Si, dans la nudité
du plein soleil d'Athènes,
un objet t'apparaît
debout, nu, tel un monstre,
un arbre calciné,
sans la grâce des feuilles,
une pierre saillante,
âpre, massive,
quelque chose de nu et d'aride
dans l'espace infini,
qui ne vit que par deux
yeux de braise,
quelque chose comme
un satyre, sauvage
à la voix d'argent –
alors ne t'enfuis pas, le Satyre
c'est moi. J'ai pris racine ici,
comme l'olivier.
Le vent, je l'adoucis
de ma flûte profonde.
Je joue, et tous de s'émouvoir
d'amour sans crainte, et d'être aimés.
Je joue et tous de tournoyer,
hommes, bêtes et terrestres divinités.
Traduction de Dominique Grandmont in 37 poètes grecs
de l'Indépendance à nos jours, P.J. Oswald, 1972.
Ephéméride éclectique d'une librocubiculariste glossophile et mélomane